σίδερα



Από μακριά
ερχόταν
μια μάζα από σίδερα
σαν ένα τσαλακωμένο τρένο
με ατέλειωτα βαγόνια και με θολά παράθυρα
απ'τα οποία
με χαιρετούσαν με τα δάκρυα τους
οι θλιμμένοι παλιοί μου φίλοι.

Ήταν τέτοια
η φόρα του
που σαν πέρναγε δίπλα
από κάποιον
εκείνος άκουγε
τα ουρλιαχτά
που φώλιασαν μέσα μας
για κάτι που μας κατέκτησε
και μας πέταξε στην κόλαση.

Τις νύχτες,
το μυαλό μου
είναι μια μάζα από
σίδερα.

Όλη την ώρα
το μυαλό μου
είναι κάτι τσαλακωμένα
σίδερα
που καίνε.

Περίμενα
από εκείνο το τρένο
το τελευταίο του βαγόνι
που ταξίδευαν μέσα του
κορμιά χωρίς πρόσωπα
ή
ψυχές που
ζούνε παραμορφωμένες
απ'την κόλαση.

Όμως πάντα
το μόνο που
έβλεπα
ήταν μια αναπαράσταση
του τι συμβαίνει στο μυαλό μου.

Το μυαλό μου
είναι εκείνοι
που με κοιτούσαν
καθώς πήγαινα στην κόλαση.

Στον σταθμό ησυχία.

Μα στις ράγες
καθώς πλησιάζεις
το σιδερένιο τρένο ουρλιάζει.

Τα τρένα
δεν ανοίγουν πια
για καμία σκέψη μας
τις μικρές σιδερένιες πόρτες τους.

Τρέχουν αποκρουστικά
μα μόνο εγώ τα βλέπω
και όλοι με περνάνε για τρελό
- μα μετά
όλα τα τρένα του κόσμου
γεμάτα σίδερα και μνήμες
παίρνουν φόρα
και συγκρούωνται
με δύναμη στο μυαλό μου.

- και όταν σκοτώνομαι
μόνο
τότε
βλέπει
ο κόσμος
και προσπαθεί
να πιστέψει
πως ένας πόνος
ταξίδευε τόσο καιρό.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου