απέραντο



Πάνω 
στον ανθό
της λύπης
το σώμα σου
έδειχνε
σαν ένα
τοπίο
ιδωμένο 
μόνο
από τα πιο
αληθινά
στοιχεία
της καρδιάς.

Κανείς
δεν με πίστεψε.

Και όμως
- κρεμιόσουν
όλη νύχτα
και όλη μέρα
στον ανθό
που είχα
στο μπαλκόνι μου.

Τα μάτια σου
γεμάτα ομίχλη.


Αυτή
η βουβή
σιωπή
τα έντυνε
με το
αταξίδευτο.

Από
την εποχή
που έχασα
το βλέμμα σου
- έχουν αλλάξει τόσα.

Οι 
 λέξεις μου
πια
περπατούν
έρημες
- χωρίς συνώνυμα -
πάνω στο άθλιο
σώμα
της αλήθειας
- και
συνήθως
καταλήγουν
κατασχισμένες
στα
χέρια μου.

Πάνω
στον ανθό
της λύπης
η ανάσα σου
έμοιαζε
σαν μια
τεράστια παύση.

Την νύχτα
ονειρεύομαι
τα χέρια σου
να προσπαθούν
να πιαστούν
στις κραυγές μου.

Από
την εποχή
που πέθανα
- δεν ανθίζει κάτι
μέσα μου.

Μόνο
σαν κλείνω
τα μάτια μου
η άνοιξη σου
ακροβατεί
στον πένθιμο
χειμώνα μου. 

Οι λέξεις μου
είναι νεκρές
για εσένα.

Μα
ακόμα και
νεκρές,
όταν
γράφω
για εσένα
- συνθλίβουν την θλίψη -
και αυτός
ο ανθός
στο μπαλκόνι
φτιαγμένος
από κάτι άγνωστο
 μοιάζει σαν ανθισμένος ήλιος
απ'την παιδική μου ηλικία
ή άλλες φορές
σαν το λευκό σώμα σου
που με τύλιγε
- και για λίγο
 αγγίζαμε
αυτό 
το απέραντο
καταφύγιο
της ζωής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου